Γ. Επιχειρήματα εναντίον
Γ. Επιχειρήματα για τον αποκλεισμό ομοερωτικών ζευγαριών από τα οικογενειακά και αναπαραγωγικά δικαιώματα
Είναι προφανές ότι ελάχιστες χώρες παγκοσμίως παρέχουν στα ομοερωτικά ζευγάρια όλα τα οικογενειακά και αναπαραγωγικά δικαιώματα. Όσες τα σέβονται, βρίσκονται κυρίως στη δυτική και βόρεια Ευρώπη, καθώς και τη βόρεια Αμερική. Στη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών τα δικαιώματα αυτά παραβιάζονται συνεχώς, καθώς τόσο οι κοινωνίες, όσο και τα κράτη πείθονται από απαρχαιωμένα επιχειρήματα με σαθρή βάση. Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να ξεπεράσουν, όμως, βασικές αρχές του δυτικού κόσμου για σεβασμό στη διαφορετικότητα, για πλουραλισμό και πολυφωνία, για την αυτοδιάθεση και ελεύθερη βούληση του ατόμου, εφόσον δεν βλάπτονται τρίτα πρόσωπα, για ισονομία και ίση μεταχείριση από το κράτος που πρέπει να βασίζεται σε κοσμικές αρχές και για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και ισότιμη συμμετοχή όλων των κοινωνικών ομάδων στην κοινωνική ζωή και τα προνόμια, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που τη συνοδεύουν.
Η φυσική τάξη
Σε σημαντικό βαθμό, όσες και όσοι αντιτάσσονται στην αναγνώριση των οικογενειακών δικαιωμάτων των ομοερωτικών ζευγαριών πιστεύουν ότι διατηρούν τη φυσική τάξη. Θεωρούν ότι οι παραδοσιακές ετερόφυλες σχέσεις ανταποκρίνονται στο ρόλο που έχουν οι άνθρωποι από τη φύση και ότι οι ομοερωτικές σχέσεις αποτελούν απομάκρυνση από αυτό το ιδανικό. Υπάρχει η πεποίθηση ότι αν δοθούν δικαιώματα σε αυτές τις «αφύσικες» σχέσεις, τότε η παραδοσιακή οικογένεια θα θρυμματιστεί και θα συμπαρασύρει ολόκληρη την κοινωνία, η οποία βασίζεται στην ετερόφυλη οικογένεια. Στην προσπάθειά τους πολλές χώρες έχουν αναλάβει νομοθετικές πρωτοβουλίες που «υπερασπίζονται» την παραδοσιακή οικογένεια. Έτσι, οι Η.Π.Α., η Λετονία, η Λιθουανία, η Πολωνία, η Αυστραλία, η Ουγκάντα και άλλες χώρες απαγορεύουν ρητά την νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου.
Οι απαγορεύσεις αυτές όμως καταδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που προσπαθούν να πετύχουν. Τέτοιου είδους απαγορεύσεις αποδεικνύουν ακριβώς ότι στην κοινωνία δεν υπάρχει μόνο ένα είδος οικογένειας, αλλά πολλά. Αν υπήρχε μόνο ένα, δεν θα υπήρχε η ανάγκη νομικής προστασίας και περιχαράκωσής του. Το γεγονός ότι ορισμένα κράτη επιλέγουν να προστατεύσουν τον παραδοσιακό γάμο δείχνει ότι είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που διαχρονικά στηρίζεται από το νομοθέτη και δεν έχει έμφυτη μεγαλύτερη αξία από άλλες μη αναγνωρισμένες οικογενειακές σχέσεις. Ο Andrew Sullivan είχε πει:
Ο θεσμός του γάμου όπως οι περισσότεροι θεσμοί έχει υποστεί τεράστιες αλλαγές τις τελευταίες δύο χιλιετίες. Αν ο γάμος ήταν ο ίδιος σήμερα, όπως πριν 2000 χρόνια, θα ήταν δυνατό να παντρευτεί κανείς μία δωδεκάχρονη που δεν είχε συναντήσει ποτέ, να κατέχει μια γυναίκα ως ιδιοκτησία και να την διαθέτει όπως επιθυμεί ή να φυλακίζεται ένας άνθρωπος που παντρεύτηκε κάποιον άλλον διαφορετικής φυλής. Και θα ήταν αδύνατον να πάρει κανείς διαζύγιο.
Συνεπώς, η ιδέα ότι η παραδοσιακή οικογένεια αντιπροσωπεύει την φυσική τάξη πραγμάτων δεν είναι αληθής και στηρίζεται από ιστορικά στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι οι ομοερωτικές σχέσεις αναγνωρίζονταν και εξυμνούνταν σε πρώιμους πολιτισμούς. Οι ομοερωτικές σχέσεις, λοιπόν, δεν είναι μια μεταμοντέρνα «απειλή» στον παραδοσιακό γάμο, αλλά υπάρχουν εδώ και αιώνες στηρίζοντας την ύπαρξη διαφόρων κοινωνιών ανά τους αιώνες.
Επίσης, σχέσεις που σήμερα θεωρούνται σύμφωνες με τη φύση, κάποτε ήταν παράνομες με την δικαιολογία ότι εναντιώνονταν στη φύση. Τέτοιες σχέσεις ήταν και οι σχέσεις μεταξύ ατόμων διαφορετικής φυλετικής καταγωγής, οι οποίες ήταν παράνομες στην ναζιστική Γερμανία, στην Νότια Αφρική επί apartheid και στις Η.Π.Α. Το 1912 ο αμερικάνος γερουσιαστής Seaborn Roddenberry είχε πει:
Ο γάμος μεταξύ λευκών και μαύρων είναι αποκρουστικός και αντίθετος σε κάθε αίσθημα αγνού αμερικανικού πνεύματος. Είναι βδελυρός και σιχαμερός για τις αρχές μιας αγνής Σαξονικής κυβέρνησης. Είναι ανατρεπτικός για την κοινωνική ειρήνη. Είναι καταστρεπτικός για την ηθική υπεροχή.
Ένας άλλος δικαστής είχε πει σχετικά:
Ο Παντοδύναμος Θεός δημιούργησε τις φυλές, λευκούς, μαύρους, κίτρινους, μαλαίσιους και κόκκινους και τις τοποθέτησε σε διαφορετικές ηπείρους…Το γεγονός ότι χώρισε τις φυλές δείχνει ότι δεν τις προόρισε να αναμειγνύονται.
Είναι προφανές ότι τέτοια επιχειρήματα για τη φυσική τάξη των πραγμάτων είναι αποκρουστικά και βδελυρά και ότι δεν θα έπρεπε να τυγχάνουν προσοχής στο διάλογο για την αναγνώριση των ομοερωτικών ζευγαριών. Άλλωστε η αποδοχή τόσο περιοριστικών επιχειρημάτων θα απέκλειε από τον ορισμό της οικογένειας όλες τις οικογένειες που αναφέρονται στην Εισαγωγή, όπως οι μονογονεϊκές.
Ακόμα επιχειρήματα που στηρίζουν ότι στις διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν προβλεπόταν να αναγνωρίζονται οι οικογένειες των ομοερωτικών ζευγαριών δεν έχουν ισχύ. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι όταν τέθηκαν σε ισχύ οι σχετικές συνθήκες (που αναφέρονται παρακάτω) οι περισσότεροι άνθρωποι αναγνώριζαν ως οικογένεια μόνο ένα ετερόφυλο ζευγάρι παντρεμένο με θρησκευτικό γάμο και τα βιολογικά παιδιά του. Ένα από τα θετικά στοιχεία των συνθηκών αυτών, όμως, είναι ότι προσαρμόζονται για να ανταποκριθούν στις συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες. Δεν είναι τυχαίο που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει χαρακτηρίσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ένα ζωντανό όργανο και έχει πει ότι «ο θεσμός της οικογένειας δεν είναι σταθερός, ούτε ιστορικά, ούτε κοινωνικά, ούτε και νομικά».
Η ιδέα ότι η οικογένεια είναι σταθερή έχει ενταφιαστεί τελεσίδικα και από το γεγονός ότι πολλά κράτη έχουν νομιμοποιήσει τον πολιτικό γάμο για άτομα του ίδιου φύλου, ενώ πολλά περισσότερα έχουν θεσμοθετήσει κάποιας μορφής νομικό πλαίσιο για την αναγνώριση οικογενειακών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων στα ομοερωτικά ζευγάρια. Ο συνεχώς μεταβαλλόμενος ρόλος της οικογένειας αναγκάζει τα όργανα επιβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να επανεξετάσουν τη φύση και το σκοπό της οικογένειας που προστατεύεται από τις διεθνείς συνθήκες. Αναφορές στην φυσική τάξη των πραγμάτων πλέον δεν αρκούν, για να αντιμετωπιστούν τέτοια ζητήματα. Είναι απαραίτητο να αφήσουμε πίσω ορισμούς της οικογένειας που βασίζονται σε τύπους και να τονίσουμε τις πραγματικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, όταν αναφερόμαστε στον όρο οικογένεια. Στον 21ο αιώνα οι λειτουργίες της οικογένειας μπορούν να εξυπηρετηθούν εξίσου καλά με ένα παραδοσιακό και ένα ομοερωτικό ζευγάρι.
Θρησκευτικός ορισμός της οικογένειας
Πολλοί και πολλές στην Ελλάδα πιστεύουν ότι, λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, δικαιούνται να κάνουν διακρίσεις εναντίον των λεσβιών, των gay, των αμφισεξουαλικών και των τρανσέξουαλ, δεδομένου ότι ο χριστιανισμός ορίζει την οικογένεια ως αποκλειστικά ένωση ετερόφυλων. Ηγέτες των διαφόρων δογμάτων του χριστιανισμού έχουν κατά καιρούς καταδικάσει τις σχέσεις των ομοερωτικών ζευγαριών, ως αφύσικες, αμαρτωλές και ανήθικες στηρίζοντας έτσι αυτές τις πεποιθήσεις.
Οι ομοφοβικές απόψεις των εκκλησιαστικών αρχόντων είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι οδηγούν συχνά στην διαιώνιση των στερεοτύπων και στην αύξηση των βίαιων επιθέσεων εναντίον των λεσβιών, των γκέι, των αμφισεξουαλικών και των τρανσέξουαλ. Όμως, ακόμα και μεταξύ των χριστιανικών δογμάτων δεν υπάρχει ομοφωνία σχετικά με το αν και κατά πόσο οι ομοερωτικές σχέσεις είναι αντίθετες με τα χριστιανικά ιδεώδη. Μάλιστα πολλά χριστιανικά δόγματα τελούν θρησκευτικούς γάμους μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου ή ευλογούν τις σχέσεις τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εκκλησία της Σουηδίας. Επίσης, πολλές εκκλησίες πλέον έχουν τοποθετηθεί κατά των διακρίσεων μεταξύ των οποίων η Ρωμαιοκαθολική και η Αγγλικανική Εκκλησία.
Όποια κι αν είναι τελικά η θέση των θρησκευτικών δογμάτων, αυτό αφορά κυρίως τους θεολόγους και τους θρησκειολόγους και όχι το κράτος. Είναι σαφές ότι τα νομικά επιχειρήματα είναι διακριτά και διαφορετικά από τα ηθικά και τα θρησκευτικά επιχειρήματα. Οι διατάξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα που βασίζονται σε κοσμικές αξίες, όπως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η ισότητα δεν πρέπει να υποτάσσονται σε ιδεολογίες που διαπνέονται από τη μόνιμη ηθική ανωτερότητα μίας ομάδας έναντι όλων των άλλων. Δεν είναι υποχρέωση ούτε των κρατών ούτε και των διατάξεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα να στηρίζουν ή να επιβάλλουν θρησκευτικά δόγματα σε μια κοινωνία ανεξιθρησκείας, ειδικά όταν αυτά τα δόγματα απαιτούν διακρίσεις εναντίον ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.
Οι αρχές των κοσμικών, δημοκρατικών κρατών έχουν ιδεολογικό έρεισμα στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και τον χωρισμό θρησκείας και κράτους. Όπως είπε και ο John Locke “συνολικά η δικαιοδοσία των δικαστών, ούτε μπορεί, ούτε πρέπει με κανένα τρόπο να εκτείνεται στην σωτηρία ψυχών». Με βάση αρχές του Διαφωτισμού, όπως η ελευθερία συνείδησης, διαμορφώθηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι, ενώ κάθε άνθρωπος έχει την ελευθερία να ζει σύμφωνα με τις θρησκευτικές και ηθικές του πεποιθήσεις σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επιβάλλει αυτές τις πεποιθήσεις σε άλλους ανθρώπους. Ο σεβασμός στις ελευθερίες των άλλων είναι πρωταρχικής σημασίας για την απόλαυση κάθε ελευθερίας και δικαιώματος. Έτσι, τα ανθρώπινα δικαιώματα απορρίπτουν τόσο τους θρησκευτικούς δογματισμούς, όσο και τις απαράλλαχτες και προκαθορισμένες ηθικές απαιτήσεις τους και επιτρέπουν την απομάκρυνση από συστήματα πεποιθήσεων που δεν έχουν τεθεί με ορθολογική αιτιολόγηση.
Συνεπώς, σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπως η Ελλάδα βασικές αρχές δράσης του νομοθέτη πρέπει να είναι ο πλουραλισμός, η ανοχή και το ανοιχτό πνεύμα. Η τήρηση της αρχής της ανεξιθρησκείας δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψιν οι γνώμες θρησκευτικών οργανισμών σε θέματα που δεν τους αφορούν, αλλιώς επιβάλλονται στους πολίτες ξένες προς αυτούς αξίες. Παράλληλα, χάνεται η άμεση σχέση που πρέπει να υπάρχει μεταξύ κράτους και πολίτη, λόγω της παρεμβολής ενδιάμεσων ηθικών ή θρησκευτικών μεσαζόντων οι οποίοι έχουν στόχο να επιβάλλουν τις απόψεις τους στους πολίτες χωρίς να έχουν εκλεγεί από αυτούς. Οι παρεμβάσεις θρησκευτικών οργανισμών, λοιπόν, σε ένα σύγχρονο, κοσμικό, ευρωπαϊκό κράτος, όπως η Ελλάδα είναι εντελώς απαράδεκτες για θέματα μη θρησκευτικού ενδιαφέροντος.
Σκοπός της οικογένειας
Υπάρχει η πεποίθηση ότι σκοπός της οικογένειας είναι η αναπαραγωγή και η ανατροφή παιδιών. Έτσι, οι ομοερωτικές σχέσεις είναι κατώτερες από τις παραδοσιακές, διότι είναι αδύνατον να παραχθεί από αυτές παιδί που να είναι βιολογικό τέκνο και των δύο. Συνεπώς, είναι λογικό να ευνοούνται τα ετερόφυλα ζευγάρια από τη νομοθεσία, καθώς η επιβίωση της κοινωνίας εξαρτάται από την ανεκτίμητη λειτουργία της αναπαραγωγής.
Ο βασικός λόγος για τον οποίο αυτό το επιχείρημα δεν ισχύει είναι ότι πουθενά δεν απαιτείται η δυνατότητα ή επιθυμία αναπαραγωγής, για να αναγνωριστεί νομικά με γάμο μια σχέση. Πολλά ετερόφυλα ζευγάρια δεν μπορούν ή δεν θέλουν να έχουν παιδιά και κανείς δεν έχει υποστηρίξει ποτέ στα σοβαρά ότι δεν θα έπρεπε αυτά τα ζευγάρια να έχουν πρόσβαση στο γάμο. Η υποχρεωτική εξέταση γονιμότητας για την έκδοση άδειας γάμου θα ήταν μάλλον αποκρουστική για μια σύγχρονη, δημοκρατική κοινωνία. Μάλιστα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αποφανθεί αμετάκλητα ότι το δικαίωμα στο γάμο δεν εξαρτάται με κανέναν τρόπο από την αναπαραγωγή.
Παρά ταύτα, είναι ξεκάθαρο ότι όλο και περισσότερα ομοερωτικά ζευγάρια μεγαλώνουν παιδιά. Οι λεσβίες και οι gay μπορεί να έχουν υιοθετήσει παιδιά ως μεμονωμένα άτομα, πριν μπουν σε μια σχέση με ένα άλλο άτομο του ίδιου φύλου. Επίσης, μπορεί να έχουν παιδιά από προηγούμενες ετεροφυλοφιλικές σχέσεις ή σεξουαλικές επαφές. Άλλοι τρόποι είναι η παρένθετη μητρότητα, η γονιμοποίηση με έκχυση σπέρματος και άλλοι ιδιωτικοί διακανονισμοί. Οι συνεχείς εξελίξεις στην ιατρική τεχνολογία προσφέρουν συνεχώς καινούριους τρόπους στα ομοερωτικά ζευγάρια να κάνουν παιδιά, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση, η ιατρικώς υποβοηθούμενη γονιμοποίηση και αναπαραγωγή και μελλοντικά τα βλαστοκύτταρα.
Στο ελληνικό Σύνταγμα ο γάμος διαχωρίζεται από την οικογένεια και δεν αντιμετωπίζεται ως προϋπόθεσή της. Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει παρακολουθήσει τις εξελίξεις στην Ευρώπη με τις αποφάσεις του και δεν θεωρεί ότι η «κληροδότηση» γονιδίων αποτελεί ουσιαστική πλευρά της γονεϊκότητας. Άλλωστε είναι λογικό για το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να μην αγνοεί τις γρήγορες εξελίξεις που συντελούνται στην κοινωνία. Ο αριθμός των παιδιών που ανατρέφονται από ομοερωτικά ζευγάρια όλο και μεγαλώνει. Δεν έχει κανένα νόημα και δεν συμφέρει κανέναν να μεγαλώνουν τα παιδιά αυτά εκτός του απαραίτητου νομοθετικού πλαισίου που προσφέρουν οι διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Το συμφέρον του παιδιού
Διεθνώς η νομική κουλτούρα των κρατών περιέχει σθεναρά χαραγμένες έννοιες της γονεϊκότητας με τις οποίες έρχονται σε αντίθεση τα ομοερωτικά ζευγάρια που μεγαλώνουν ανήλικα παιδιά. Βάσει διεθνούς δικαίου, τα κράτη είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν υπόψιν το συμφέρον του παιδιού σε κάθε απόφαση που το αφορά. Συχνά, αυτό ερμηνεύεται με τρόπο που δίνει προτεραιότητα στην παραδοσιακή μορφή οικογένειας ή σε κάποια άλλη όσο το δυνατόν πιο κοντινή, αποκλείοντας τις οικογένειες των ομοερωτικών ζευγαριών.
Μέχρι πριν μερικά χρόνια, οι διεθνείς θεσμοί για τα ανθρώπινα δικαιώματα δίσταζαν να αναγνωρίσουν γονεϊκά δικαιώματα στα ομοερωτικά ζευγάρια παραπέμποντας στην έλλειψη σχετικών επιστημονικών στοιχείων. Ήταν αμφίβολο για τις επιτροπές και τα δικαστήρια που ερμηνεύουν τις διατάξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα (και περιγράφονται παρακάτω) αν τα ομοερωτικά ζευγάρια μπορούν να παρέχουν το κατάλληλο περιβάλλον για την ανατροφή ενός παιδιού. Αυτές οι νοοτροπίες σταδιακά αλλάζουν καθώς όλο και περισσότερες χώρες επιτρέπουν στα ομοερωτικά ζευγάρια να υιοθετούν από κοινού, ενώ πολλές άλλες επιτρέπουν σε μεμονωμένα άτομα να υιοθετούν ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού. Επιπλέον περισσότερα εθνικά δικαστήρια κρατών επιλέγουν να αποφασίσουν υπέρ των ομοερωτικών ζευγαριών σχετικά με την μέριμνα παιδιών.
Ο δισταγμός των δικαστηρίων οφειλόταν στα στερεότυπα που υπάρχουν για την ομοφυλοφιλία και την ικανότητα των ομοερωτικών ζευγαριών να μεγαλώσουν παιδιά. Οι λεσβίες, οι gay, οι αμφισεξουαλικές/οι και οι τρανς αποτελούν σύμφωνα με αυτά τα στερεότυπα ένα «καρκίνο» και μια απειλή για την κοινωνία. Η αναγνώριση δικαιωμάτων, όπως ο γάμος θα προκαλέσει κατάρρευση της κοινωνικής ασφάλισης και αποτελεί επικίνδυνο πείραμα. Σαφώς, αυτή η επιχειρηματολογία εδράζεται σε φοβικά αντανακλαστικά συντηρητικών κύκλων και αγνοεί τις φορολογικές και ασφαλιστικές συνεισφορές των ομοερωτικών ζευγαριών, καθώς επίσης και το γεγονός ότι τα οικογενειακά και αναπαραγωγικά τους δικαιώματα έχουν αναγνωριστεί σε δεκάδες χώρες, χωρίς καμία αρνητική συνέπεια.
Στις πολλές αρνητικές κοινωνικές αντιλήψεις περιλαμβάνονται και πεποιθήσεις, όπως ότι τα παιδιά των ομοερωτικών ζευγαριών δεν θα έχουν τα απαραίτητα πρότυπα για τα φύλα, ότι θα παρουσιάσουν σύγχυση σχετικά με τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων, ότι θα παρενοχλούνται λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού των γονιών τους, ότι οι λεσβίες και οι γκέι έχουν προδιάθεση στη σεξουαλική κακοποίηση, την τοξικομανία και την πνευματική αστάθεια. Ακόμα, δύο άντρες ή δύο γυναίκες δεν θεωρούνται κατάλληλοι για γονείς, γιατί τα παιδιά χρειάζονται έναν μπαμπά (αντρικό πρότυπο) και μία μαμά (γυναικείο πρότυπο), ενώ παράλληλα υπάρχει φόβος ότι τα παιδιά θα αναπτύξουν ψυχολογικά προβλήματα ή ότι θα επηρεαστεί ο σεξουαλικός προσανατολισμός τους. Όλα αυτά τα στερεότυπα έχουν ανατραπεί με επιστημονικά δεδομένα.
Οι έρευνες που έχουν γίνει τις τελευταίες δύο δεκαετίες για τα παιδιά που μεγαλώνουν από ομοερωτικά ζευγάρια δείχνουν με συνέπεια ότι αυτά τα παιδιά δεν βλάπτονται αναπόφευκτα, ούτε ότι ζημιώνονται με κάποιο τρόπο. Τα ερευνητικά αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι οι λεσβίες και οι γκέι γονείς είναι ικανοί να παρέχουν εξίσου με τους ετεροφυλόφιλους γονείς υποστηρικτικά και υγιή περιβάλλοντα για τα παιδιά τους. Μάλιστα, υπάρχουν πάνω από πενήντα ευυπόληπτες έρευνες που δείχνουν ομόφωνα ότι τα παιδιά δεν υφίστανται αρνητικές συνέπειες επειδή, μεγαλώνουν με ομοερωτικά ζευγάρια, σε σύγκριση με τις παραδοσιακές οικογένειες. Οι στατιστικές των ερευνών δείχνουν ότι τα παιδιά δεν παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, στην κοινωνικοποίησή τους, στην πιθανότητα να εμφανίσουν κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα (αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη, κ.α.), στην αυτοεκτίμηση, στην πιθανότητα να κακοποιηθούν, στο σεξουαλικό τους προσανατολισμό, στην έμφυλη ταυτότητα και σε κάθε άλλο ουσιαστικό ζήτημα για την ψυχοσύνθεση, την προσωπικότητα και την εύρυθμη λειτουργία τους στο κοινωνικό σύνολο, ανεξάρτητα από το αν μεγάλωσαν ή μεγαλώνουν σε παραδοσιακά ή ομοερωτικά ζευγάρια. Προφανώς, και τα παιδιά των ομοερωτικών ζευγαριών εκτίθενται στα απαραίτητα για την ανάπτυξή τους πρότυπα.
Σε έρευνα του κοινωνιολόγου Παναγιώτη Δαμάσκου σχετικά με τα παιδιά στις οικογένειες ομοερωτικών ζευγαριών αναλύονται πολλά από τα παραπάνω στοιχεία. Συγκεκριμένα, διαβάζουμε:
Παρά το μεγάλο εύρος των ερευνών και την ποικιλία των ερευνητικών στόχων (όπως καταγραφές προβλημάτων συμπεριφοράς, προσωπικότητα, αυτοπροσδιορισμός, εξυπνάδα κ.α) σχετικά με την ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών με γκέι ή λεσβίες γονείς δεν βρέθηκαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν οποιαδήποτε δυσκολία στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών αυτών. Κυρίως τα ευρήματα αφορούσαν παιδιά με λεσβίες μητέρες. Σε μια αξιολόγηση 21 ερευνών σχετικά με παιδιά λεσβιών και γκέι που δημοσιεύθηκε από τους Stacey και Biblarz φάνηκε ότι τα παιδιά αυτά εμφανίζουν υψηλότερο επίπεδο στοργής, ευαισθησίας και φροντίδας για μικρότερα παιδιά ενώ επιδεικνύουν εντυπωσιακή ψυχική δύναμη.
Πέρα από τα ζητήματα ανάπτυξης της προσωπικότητας των παιδιών, έρευνες υπάρχουν και για το θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης. Έχει τεκμηριωθεί ότι τα παιδιά διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο να κακοποιηθούν από ετεροφυλόφιλους γονείς, παρά από λεσβίες ή γκέι. Στην ίδια έρευνα του Παναγιώτη Δαμάσκου αναφέρεται ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι θύτες είναι άντρες και ότι «η σεξουαλική παιδική κακοποίηση αφορά στις περισσότερες περιπτώσεις άνδρες και μικρά κορίτσια». Μάλιστα, σε έρευνα του 1994 επισημαίνεται ότι «μόνο το 1% των παιδιών είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά από γκέι ή λεσβία…ο κίνδυνος που διατρέχει ένα παιδί να κακοποιηθεί σεξουαλικά από κάποιο γονέα ή συγγενή είναι 100 φορές μεγαλύτερος εάν ο τελευταίος είναι ετεροφυλόφιλος από ότι εάν είναι λεσβία ή γκέι».
Ακόμα ένα ζήτημα που εγείρει συζητήσεις σχετικά με την ικανότητα των ομοερωτικών ζευγαριών να μεγαλώσουν παιδιά, αφορά την επιρροή των γονιών στο σεξουαλικό προσανατολισμό των παιδιών και τον φόβο ότι οι λεσβίες και οι γκέι θα κάνουν τα παιδιά τους ομοφυλόφιλα. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει, καθώς από την ίδια έρευνα μαθαίνουμε ότι:
Σε έρευνες που έγιναν σε σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό η μεγαλύτερη πλειοψηφία των παιδιών που μεγαλώνουν με γκέι ή λεσβίες γονείς περιέγραψαν τους εαυτούς τους ως ετεροφυλόφιλους/ες. Για παράδειγμα στην έρευνα του Huggins (1989) έδωσαν συνέντευξη 18 έφηβοι με λεσβίες μητέρες και 18 με ετεροφυλόφιλες. Κανένα από τα παιδιά των λεσβιών μητέρων δεν δήλωσε γκέι ή λεσβία, ενώ ένα από τα παιδιά των ετεροφυλόφιλων δήλωσε γκέι. Στην έρευνα των Bailey (1995) μελετήθηκαν 82 ενήλικες γιοι γκέι γονέων. Πάνω από το 90% των παιδιών αυτών δήλωσαν ετεροφυλόφιλοι. Επειδή τόσο οι ετεροφυλόφιλοι όσο και οι γκέι γιοι πέρασαν περίπου τον ίδιο χρονικό διάστημα με τους γκέι γονείς φαίνεται ότι οι επιρροή του σεξουαλικού προσανατολισμού των πατεράδων στον σεξουαλικό προσανατολισμό των γιων υπήρξε πολύ μικρή έως αμελητέα.
Άλλωστε, αν ο σεξουαλικός προσανατολισμός των γονιών καθορίζει τον σεξουαλικό προσανατολισμό των παιδιών, τότε δεν θα υπήρχαν ετεροφυλόφιλοι γονείς με λεσβίες και γκέι για παιδιά.
Όσον αφορά τις κοινωνικές σχέσεις των παιδιών, τόσο με συνομηλίκους τους, όσο και με ενήλικες, οι σχετικές έρευνες δείχνουν ότι έχουν συνηθισμένη ανάπτυξη των κοινωνικών τους σχέσεων: «τα περισσότερα παιδιά αναφέρουν ως καλύτερο τους φίλο κάποιον ή κάποια με το ίδιο με αυτά φύλο ενώ οι παρέες τους απαρτίζονται κυρίως από άτομα του ίδιου φύλου. Τόσο οι γονείς όσο και τα ευρήματα των μελετητών αναφέρουν την ποιότητα των σχέσεων με θετικούς όρους». Επίσης, τα παιδιά έχουν καλές σχέσεις με τους φίλους των γονιών τους, ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό των φίλων αυτών και οι λεσβίες γονείς των παιδιών έχουν καλύτερες σχέσεις με τους πρώην συζύγους τους σε σχέση με τις ετεροφυλόφιλες γυναίκες. Στη μεγαλύτερη έρευνα που αφορά εφήβους στις ΗΠΑ, την Εθνική Διαμήκη Μελέτη Υγείας Εφήβων, με δείγμα 12000 εφήβων οι ερευνητές συμπέραναν «ότι ο καλύτερος προγνωστικός δείκτης για την ευημερία των παιδιών είναι η σχέση τους με τους γονείς τους» και η ποιότητα αυτής της σχέσης.
Τέλος σε σχέση με το φύλο των παιδιών, από τις έρευνες που έγιναν «δεν απεδείχθη καμία δυσλειτουργία ή δυσκολία στην ανάπτυξη της ταυτότητας γένους σε παιδιά λεσβιών μητέρων… Όλα τα παιδιά δήλωσαν πολύ ευχαριστημένα με το φύλο τους και δεν έδειξαν να έχουν καμία επιθυμία να ανήκουν στο άλλο φύλο». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα συμπεράσματα των ακόλουθων ερευνών, όπως μας την μεταφέρει ο Παναγιώτης Δαμάσκος:
Το 1979 ο Rees χρησιμοποίησε το Bem Sex Role Inventory σε 24 έφηβους οι μισοί εκ των οποίων προέρχονταν από χωρισμένες λεσβίες μητέρες και οι μισοί από χωρισμένες ετεροφυλόφιλες μητέρες. Το Bem Sex Role Inventory είναι ένας κατάλογος που αποδίδει βαθμολογίες στην αρρενωπότητα και την θηλυκότητα σαν ανεξάρτητους παράγοντες καθώς και βαθμολογία στον ανδρογυνισμό ως μια συγκεκριμένη αναλογία των αρσενικών και θηλυκών στοιχείων. Τα παιδιά τόσο των λεσβιών όσο και ετεροφυλόφιλων μητέρων δεν έδειξαν καμία διαφορά σε σχέση με τα ψυχολογικά στοιχεία της αρρενωπότητας ή του ανδρογυνισμού. Τα παιδιά των λεσβιών μητέρων όμως έδειξαν περισσότερα ψυχολογικά στοιχεία θηλυκότητας από ότι αυτά των ετεροφυλόφιλων μητέρων. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να θεωρηθεί και ως ένα βήμα για την κατάρριψη του στερεοτύπου ότι οι λεσβίες δεν έχουν καμία θηλυκότητα τόσο στην ίδια τους την συμπεριφορά όσο και σαν πιθανή επιρροή στα παιδιά τους.
Αλλά και από τον Green και τους συνεργάτες του (1986) διερευνήθηκε η ταυτότητα φύλου. Σε συνεντεύξεις που είχε με 56 παιδιά λεσβιών μητέρων και 48 παιδιά ετεροφυλόφιλων μητέρων δεν βρέθηκε καμία διαφορά σχετικά με τα αγαπημένα τους τηλεοπτικά προγράμματα, ή τους αγαπημένους τους τηλεοπτικούς ήρωες ή τα παιχνίδια που προτιμούν. Μια απόκλιση υπήρχε στα παιδιά λεσβιών μητέρων που έδειξαν μια χαμηλότερη προτίμηση σε ως προς το φύλο προσανατολισμένες δραστηριότητες στο σχολείο και στον ελεύθερο χρόνο. Επίσης οι λεσβίες μητέρες δήλωσαν ότι οι κόρες τους συχνά παίρνουν μέρος σε πιο «άγρια» παιχνίδια ή κατά περίπτωση προτιμούν πιο αγορίστικα παιχνίδια όπως φορτηγά ή όπλα. Ωστόσο δεν δηλώθηκε το ανάλογο για τους γιους τους σε σχέση με κοριτσίστικα παιχνίδια. Σε κάθε περίπτωση και στους δύο τύπους οικογενειών η συμπεριφορά των παιδιών σε σχέση με την ανάπτυξη της ταυτότητας φύλου δεν διέφυγε των ορίων που θεωρούνται κανονικά.
Τα συμπεράσματα της έρευνας του Παναγιώτη Δαμάσκου στην οποία έγινε εκτενής αναφορά εδώ δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο τα παιδιά των ομοερωτικών ζευγαριών να αντιμετωπίσουν προκλήσεις, καθώς θα μεγαλώσουν σε ένα κοινωνικό περιβάλλον δομημένο πάνω στην κυριαρχία του ετεροφυλοφιλικού προτύπου. Θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν τις προκαταλήψεις της κοινωνίας και τις δυσκολίες που συνεπάγεται η μη ένταξη στα πλειοψηφικά πρότυπα, αλλά όσο πιο συνειδητοποιημένοι είναι οι γονείς, τόσο πιο εύκολα θα αναπτύξουν τις δεξιότητες που χρειάζονται. Ο ερευνητής καταλήγει λέγοντας:
τα μέχρι τώρα ερευνητικά δεδομένα δηλώνουν ότι η ανάπτυξη των παιδιών που μεγαλώνουν σε οικογένειες με γονείς ίδιου φύλου σε τίποτα δεν υπολείπεται η διαφέρει από την ανάπτυξη των άλλων παιδιών. Γίνεται εμφανές ότι τον σημαντικότερο ρόλο παίζει η σχέση γονέα και παιδιού και όχι η σεξουαλική ταυτότητα των γονέων. Με αυτό τον τρόπο δηλώνουν ότι τα επιχειρήματα για την παρεμπόδιση δημιουργίας οικογενειών με γκέι ή λεσβίες γονείς δεν έχουν επιστημονική βάση αλλά στηρίζονται στα δεκανίκια της προκατάληψης και της φοβίας απέναντι στον ομοερωτικό τρόπο ζωής.
Προφανώς, οι λεσβίες, οι γκέι, και οι αμφισεξουαλικές-οι είναι εξίσου ικανοί να προσφέρουν οικονομική και συναισθηματική υποστήριξη που χρειάζονται τα παιδιά, τα οποία έχει παρατηρηθεί ότι προσαρμόζονται εξαίσια σε διαφορετικές οικογενειακές συνθήκες. Η μόνη στατιστικά σημαντική διαφορά που παρατηρείται είναι ότι τα παιδιά των ομοερωτικών ζευγαριών έχουν κατά πολύ θετικότερες αντιλήψεις για την ομοφυλοφιλία και την ικανότητα των λεσβιών, των gay και των αμφισεξουαλικών να κάνουν οικογένειες. Ακόμα, οι οικογένειες των ομοερωτικών ζευγαριών μπορεί να αποτελέσουν ένα πολύ καλό παράδειγμα για την οικογένεια του 21ου αιώνα καθώς δεν εμπίπτουν στους κλασσικούς οικογενειακούς ρόλους των δύο φύλων. Για παράδειγμα έχει παρατηρηθεί ότι τα λεσβιακά ζευγάρια είναι πιο επιτυχημένα στον ισομερή χωρισμό των οικιακών και γονεϊκών καθηκόντων. Ακόμα, οι δυσκολίες που συχνά αντιμετωπίζουν τα ομοερωτικά ζευγάρια στην προσπάθειά τους να γίνουν γονείς, δείχνει ότι η απόφαση να μεγαλώσουν παιδιά είναι απόλυτα συνειδητή και όχι αποτέλεσμα κοινωνικών κανόνων που ακολουθούνται, γιατί «έτσι πρέπει», όπως συμβαίνει πολλές φορές με τα παραδοσιακά ζευγάρια. Κατά μία έννοια, οι δυσκολίες αυτές προετοιμάζουν τα ομοερωτικά ζευγάρια καλύτερα.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι έγκριτοι επιστημονικοί οργανισμοί στην Αμερική, όπου έχουν γίνει πολλές σχετικές έρευνες, τάσσονται επισήμως υπέρ του δικαιώματος των ομοερωτικών ζευγαριών να υιοθετούν και να γίνονται γονείς. Έχουν αποφανθεί πως η αντίληψη ότι οι λεσβίες και οι γκέι είναι ακατάλληλοι ως γονείς εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού τους δεν έχει καμία επιστημονική βάση και δεν έχει τεκμηριωθεί εμπειρικά Κάποιοι από αυτούς τους οργανισμούς που επισήμως και δημοσίως στηρίζουν ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός των γονιών δεν σχετίζεται με την καταλληλότητά τους και την ικανότητά τους να μεγαλώσουν παιδιά είναι οι εξής:
- American Psychiatric Association (Position statement on Adoption and Co-parenting of Children by Same-sex Couples, 2002).
- American Psychological Association (Policy statement on Sexual Orientation, Parents, & Children, 2004).
- American Psychological Association (Position statement on support of Legal Recognition of Same-Sex Civil Marriage, 2005).
- American Academy of Child and Adolescent Psychiatry (1999)
- American Academy of Family Physicians (2002)
- American Academy of Pediatrics (2002)
- American Bar Association (1995, 1999 e 2003)
- American Medical Association (2004)
- American Psychiatric Association (1997 e 2002)
- American Psychoanalytic Association (2002)
- American Psychological Association (1976 e 2004)
- Child Welfare League of America (1988)
- National Adoption Centre (1998)
- National Association of Social Workers (2002)
- North American Council on Adoptable Children (1998)
- Voice for Adoption (2006).
Δεδομένων των παραπάνω επιστημονικών εξελίξεων, δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος αποκλεισμού των ομοερωτικών ζευγαριών από την από κοινού υιοθεσία. Αν μάλιστα οι υπηρεσίες υιοθεσίας λειτουργούν σωστά, ο έλεγχος της ετοιμότητας, της καταλληλότητας και της σοβαρότητας των πιθανών γονιών θα γίνεται με αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια από ειδήμονες και δεν θα αφήνεται στην τύχη. Υπό αυτές τις συνθήκες, κανένα άτομο και κανένα ζευγάρι δεν θα αποκλείεται λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, αλλά θα κρίνεται με βάση τη δυνατότητά του να παράσχει στο παιδί ένα σταθερό περιβάλλον αγάπης και φροντίδας.
Πάντως, αλλαγές στο διεθνές δίκαιο υπάρχουν, καθώς οι πιο πρόσφατες συνθήκες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού δεν προϋποθέτουν ότι τα παιδιά θα μεγαλώνουν απαραιτήτως από τους βιολογικούς τους γονείς. Επίσης, εστιάζουν σημαντικά στο συμφέρον του παιδιού αναγνωρίζοντας ότι αυτό μπορεί να είναι πέρα από τους συνηθισμένους τύπους.
Τελευταία Ενημέρωση (Τρίτη, 28 Φεβρουάριος 2012 13:44)







