Δ. Διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδας
Δ. Διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδας
Μια σειρά διεθνών θεσμών έχουν νομοθετήσει κατά του μίσους ή έχουν προτρέψει τα κράτη να προστατεύουν ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες από αυτό και έχουν δημιουργήσει προγράμματα προς αυτήν την κατεύθυνση. Μεταξύ των θεσμών αυτών περιλαμβάνεται το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η Υπηρεσία Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη και ο Ο.Η.Ε. Οι υποχρεώσεις της Ελλάδας είναι είτε νομικά δεσμευτικές, δηλαδή μπορεί κανείς να τις επικαλεστεί σε εθνικά ή διεθνή δικαστήρια, ή πολιτικά δεσμευτικές, δεσμεύουν δηλαδή το κράτος να λειτουργεί σύμφωνα με συγκεκριμένες αρχές. Επίσης, τα κράτη έχουν αρνητικές υποχρεώσεις, δηλαδή να μην παρεμβαίνουν με νόμους, πολιτικές και πρακτικές στην άσκηση δικαιωμάτων από τους πολίτες τους και θετικές υποχρεώσεις που σημαίνει ότι οφείλουν να παρέχουν τις κατάλληλες συνθήκες για την άσκηση των δικαιωμάτων από τους πολίτες όσο καλύτερα μπορούν.
Στα πλαίσια του Ο.Η.Ε. η Ελλάδα έχει υπογράψει συνθήκες που υποχρεώνουν το κράτος να προστατεύει και να σέβεται το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην προστασία και την ασφάλεια και το δικαίωμα να είναι όλοι οι άνθρωποι ελεύθεροι από τις διακρίσεις. Τέτοιες συνθήκες είναι το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) και η Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Τρόπων Σκληρής, Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (ν. 1782/1988) που είναι νομικά δεσμευτικές. Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ορίζει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα στην ασφάλεια (άρθρο 9) και στη ζωή (άρθρο 6), χωρίς διάκριση (άρθρο 2). Αν και στο άρθρο 2 δεν αναφέρεται ρητά ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα κοινωνικού φύλου, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αποφανθεί ότι στον όρο «άλλη κατάσταση» που αναφέρει το άρθρο περιλαμβάνονται και τα δύο. Η σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων ισχύει και σε συνθήκες πολέμου. Η Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων σε ένα γενικό σχόλιο που εξέδωσε στις 23 Νοεμβρίου 2007 (σχόλιο αρ. 2 για την Εφαρμογή του άρθρου 2 από τα Συμβαλλόμενα Κράτη) είπε ότι τα κράτη οφείλουν να λαμβάνουν νομικά μέτρα για την αντιμετώπιση της βίας και της κακομεταχείρισης προς περιθωριοποιημένες ομάδες που υφίστανται διακρίσεις συμπεριλαμβανομένων των λεσβιών, των γκέι, των αμφισεξουαλικών και των τρανσέξουαλ. Επίσης, στο ίδιο σχόλιο η Επιτροπή δίνει έμφαση στη συλλογή και επεξεργασία στοιχείων για την εξέλιξη της κατάστασης, ώστε να λαμβάνονται πιο αποτελεσματικά μέτρα.
Ο Ο.Η.Ε. έχει απαιτήσει την προστασία των πολιτών από διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού με τις Καταληκτικές Παρατηρήσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (CCPR/CO/83/GRC). Εκδόθηκαν την 31η Μαρτίου 2005 και μεταξύ άλλων αναφέρουν στην παράγραφο 19:
Η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για αναφερόμενες συνεχιζόμενες διακρίσεις σε βάρος ατόμων στη βάση του γενετήσιου προσανατολισμού τους. (άρθρα 17 και 26)
…
Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να παράσχει ένδικα μέτρα κατά των πρακτικών διακρίσεων στη βάση του γενετήσιου προσανατολισμού, καθώς και μέτρα ενημέρωσης για την αντιμετώπιση προτύπων προκατάληψης και διακρίσεων
Προστασία από τη βία και τις διακρίσεις προβλέπονται και σε μία σειρά άλλων συνθηκών του Ο.Η.Ε., όπως η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (ν. 2101/1992), η Σύμβαση για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Διακρίσεως κατά των Γυναικών (ν. 1342/1983) και η Διεθνής Σύμβαση για την Κατάργηση Όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων (ν.δ. 494/1970).
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν επίσης θεσμοί και συνθήκες που προστατεύουν από τη ρητορική και τα εγκλήματα μίσους. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών είναι νομικά δεσμευτική και μπορεί κανείς να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αν θεωρεί ότι παραβιάζονται τα δικαιώματά του. Τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι υποχρεωμένα να σέβονται τη ζωή κάθε ανθρώπου (άρθρο 2) που περιλαμβάνει και την προστασία από απειλές κατά της ζωής. Μάλιστα, με δύο αποφάσεις του (Osman v UK, Finucane v UK) το ΕΔΔΑ έχει κάνει σαφές ότι τα κράτη έχουν υποχρέωση να προστατεύουν τα θύματα βίας και οι αστυνομικές δυνάμεις πρέπει να ερευνούν διεξοδικά τα εγκλήματα που έχουν ρατσιστικά, ξενοφοβικά και ομοφοβικά κίνητρα. Αυτό έχει εμπεδωθεί με τις αποφάσεις Nachova et. al. v Bulgaria και Secic v. Croatia. Προστασίες προβλέπονται και στο άρθρο 3 σχετικά με την απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης και υποτιμητικής μεταχείρισης. Το άρθρο 14 απαγορεύει κάθε διάκριση στην απόλαυση των δικαιωμάτων της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.
Το 1997 υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης μία πρόταση (R (97) 20) για τη ρητορική μίσους που θέτει το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης, τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ισότητα. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή η ρητορική μίσους καλύπτει κάθε μορφή έκφρασης που διαδίδει, προτρέπει, προωθεί ή δικαιολογεί τα ρατσιστικό μίσος, την ξενοφοβία, τον αντισημιτισμό ή άλλες μορφές μίσους που βασίζονται στη μη ανοχή, συμπεριλαμβανομένης της μη ανοχής που εκφράζεται μέσω του επιθετικού εθνικισμού και του εθνοκεντρισμού, διακρίσεων και εχθρότητας εναντίον μειονοτήτων, μεταναστών και ανθρώπων μεταναστευτικής προέλευσης. Ακόμα, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει παροτρύνει τα κράτη-μέλη να καταπολεμήσουν την ρητορική μίσους ήδη από τις 30 Οκτωβρίου 1997 με σχετική πρόταση (R (97) 20).
Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει υιοθετήσει κείμενα προτάσεων προς τα κράτη μέλη ορισμένα από τα οποία άπτονται του ζητήματος της ρητορικής και των εγκλημάτων μίσους. Στην πρόταση 1635 της 25ης Νοεμβρίου 2003 για την ομοφοβία στον αθλητισμό η Συνέλευση προτείνει στους αθλητικούς συλλόγους «να καταστήσουν τα ομοφοβικά συνθήματα και άλλα είδη ομοφοβικής παρενόχλησης, αδίκημα σύμφωνα με τα καταστατικά τους, όπως ισχύει ήδη με τα ξενοφοβικά και τα ρατσιστικά συνθήματα και άλλα είδη παρενόχλησης» (8i) και στην Επιτροπή των Υπουργών «να σκεφτεί να συμπεριλάβει το ζήτημα της ομοφοβίας στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Βία των Θεατών και την Παραβατική Συμπεριφορά σε Αθλητικά Γεγονότα και συγκεκριμένα στους Ποδοσφαιρικούς Αγώνες» (10 iv). Στην πρόταση 1470 της 30ης Ιουνίου 2000 έδωσε εντολή στις επιτροπές του Συμβουλίου της Ευρώπης «να ξεκινήσουν την ίδρυση ενός ευρωπαϊκού συστήματος για τη συλλογή δεδομένων και για την καταγραφή περιστατικών κακοποίησης εναντίον των ομοφυλόφιλων» (7id). Με την πρόταση 1474/2000 έχει στηρίξει την καταπολέμηση ομοφοβικών συμπεριφορών (παρ. 11 iii a). Τέλος, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση με το ψήφισμα 1728/2010 και τις αντίστοιχες προτάσεις (1915/2010) παροτρύνει τα κράτη μέλη να καταπολεμήσουν τόσο τα εγκλήματα μίσους, όσο και τα κηρύγματα μίσους λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας κοινωνικού φύλου, ειδικά όταν αυτά προέρχονται από πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ουσιαστικό νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση ομοφοβικών και τρανσφοβικών εγκλημάτων μίσους, πέρα από το άρθρο 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που αναφέρει ότι «η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται». Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όμως, έχει προσπαθήσει να θέσει το θέμα της ομοφοβικής και τρανσφοβική βίας τόσο στα κράτη μέλη όσο και σε άλλους οργανισμούς και θεσμούς της ΕΕ με τρία ψηφίσματα. Το ψήφισμα για την ομοφοβία στην Ευρώπη που υιοθετήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2006 αναφέρει:
[Το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο] καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι οι λεσβίες, οι ομοφυλόφιλοι, οι αμφιφυλόφιλοι και τα διαφυλικά άτομα προστατεύονται από τους ομοφοβικούς λόγους μίσους και βίας και να εξασφαλίσουν ότι οι σύντροφοι ίδιου φύλου απολαύουν τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αξιοπρέπεια και προστασία όπως και τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας
…
καλεί όλα τα κράτη μέλη να αναλάβουν οποιαδήποτε άλλη δράση κρίνουν κατάλληλη για την καταπολέμηση της ομοφοβίας και των διακρίσεων για λόγους γενετήσιου προσανατολισμού, και να προωθήσουν και να εφαρμόσουν την αρχή της ισότητας στην κοινωνία και την έννομη τάξη τους
Ακόμα σε άλλο ψήφισμα στις 15 Ιουνίου 2006 για την αύξηση της ρατσιστικής και ομοφοβικής βίας στην Ευρώπη διαβάζουμε:
[Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο] καταδικάζει έντονα όλα τα ρατσιστικά εγκλήματα και τα εγκλήματα μίσους, καλεί όλες τις εθνικές αρχές να πράξουν ό,τι είναι δυνατό προκειμένου να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι και να καταπολεμηθεί το κλίμα ατιμωρησίας όσον αφορά τις σχετικές επιθέσεις• εκφράζει την αλληλεγγύη του σε όλα τα θύματα τέτοιων επιθέσεων και στις οικογένειές τους
…
καλεί τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη και όλα τα ευρωπαϊκά δημοκρατικά πολιτικά κόμματα να καταδικάσουν όλες τις πράξεις μισαλλοδοξίας και παρακίνησης σε φυλετικό μίσος, καθώς και όλες τις πράξεις όχλησης ή ρατσιστικής βίας
εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη αυξάνεται η υποστήριξη εξτρεμιστικών κομμάτων και ομάδων με καθαρά ξενόφοβο, ρατσιστικό, αντισημιτικό και ομοφοβικό πολιτικό πρόγραμμα, μερικά από τα οποία μπήκαν πρόσφατα στην κυβέρνηση της Πολωνίας, και υπογραμμίζει την ανάγκη να αντιμετωπιστούν τα βαθύτερα αίτια αυτού του φαινομένου, όπως είναι η κοινωνική περιθωριοποίηση, ο αποκλεισμός και η ανεργία
Στις 26 Απριλίου 2007 με άλλο ψήφισμα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «καταδικάζει τα σχόλια πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών που συνιστούν διακρίσεις εναντίον των ομοφυλοφίλων, δεδομένου ότι τροφοδοτούν το μίσος και τη βία έστω και αν αργότερα ανακληθούν, και ζητεί από τις αντίστοιχες ιεραρχίες των οργανισμών τους να τα καταδικάσουν». Επίσης, έχει ζητήσει από την Υπηρεσία Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (FRA) της ΕΕ να διεξάγει έρευνα για την ομοφοβία στα 27 κράτη μέλη. Η έρευνα αυτή έχει ολοκληρωθεί και επεκτείνεται σε 20 ευρωπαϊκά κράτη εκτός ΕΕ. Τόσο η γενική μελέτη, όσο και η μελέτη που αφορά την Ελλάδα επέκρινε την έλλειψη νομοθετικών μέτρων προστασίας από τη ρητορική και τα εγκλήματα μίσους στον Ποινικό Κώδικα.
Σημαντικό στοιχείο της γενικής έρευνας του FRA είναι ότι η ποινικοποίηση της ρητορικής μίσους δεν αντιβαίνει στην ελευθερία της έκφρασης. Αυτό προκύπτει από αποφάσεις και εκθέσεις που κάνουν λόγο για την συμβατότητα του μέτρου με την ελευθερία αυτή. Γενικά, υπάρχει ομοφωνία ότι η ποινικοποίηση της ρητορικής μίσους δεν αντιβαίνει στις διατάξεις για την ελευθερία της έκφρασης, όπως αυτές παρατίθενται στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, στη Διεθνή Σύμβαση για την Κατάργηση Όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων, στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κ.α. Οι θεσμοί αυτοί που κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, θέτουν και τους περιορισμούς του δικαιώματος αυτού, ένας από τους οποίους είναι και η περίπτωση κατάχρησης του δικαιώματος για την προτροπή σε μίσος, βία και διακρίσεις και για την προπαγάνδα αφαίρεσης δικαιωμάτων από άλλες πληθυσμιακές ομάδες.
Μάλιστα, η Επιτροπή για την Κατάργηση των Ρατσιστικών Διακρίσεων έχει πεί ότι «η απαγόρευση διάδοσης όλων των ιδεών που βασίζονται στην φυλετική ανωτερότητα ή το μίσος είναι συμβατή με το δικαίωμα στην ελευθερία γνώμης και έκφρασης…Η εξάσκηση του δικαιώματος αυτού από τους πολίτες (σ.σ. ελευθερία γνώμης και έκφρασης) φέρει ειδικές υποχρεώσεις και ευθύνες…μεταξύ των οποίων η υποχρέωση μη διάδοσης ρατσιστικών ιδεών είναι καίριας σημασίας». Αυτές οι διατάξεις σε συνδυασμό με την υποχρέωση καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, υποδηλώνουν την υποχρέωση ποινικοποίησης της ρητορικής μίσους με βάση και αυτό το χαρακτηριστικό. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αποφανθεί ότι τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορούν να ποινικοποιού την ρητορική μίσους, χωρίς να παραβιάζουν το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης που εγγυάται την ελευθερία έκφρασης (υπόθεση Jersild v. Denmark 23 Σεπτεμβρίου 1994). Γενικά, η ποινικοποίηση της ρητορικής μίσους και ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης μπορούν να θεσμοθετηθούν εφόσον αυτό γίνεται σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας στα μέσα που χρησιμοποιούνται, αν οι στόχοι είναι νόμιμοι και αν τα μέτρα που επιβάλλουν περιορισμούς είναι συμβατά με την εθνική νομοθεσία και είναι επαρκώς προσβάσιμα και ξεκάθαρα σε όλους τους πολίτες, ώστε να ξέρουν τα όρια του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση.
Επίσης, δεν μπορεί να γίνει επίκληση στην ελευθερία της έκφρασης από άτομα ή ομάδες των οποίων ο στόχος είναι να καταστρέψουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων εξασκώντας την δική τους ελευθερία. Αυτό αναφέρεται στο άρθρο 30 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και στο άρθρο 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Ακόμα, το άρθρο 17 της ΕΣΔΑ αναφέρει ότι «ουδεµία διάταξις της παρoύσης Συµβάσεως δύvαται vα ερµηvευθή ως επαγoµέvη δι’ έv Κράτoς, µίαv oµάδα ή έv άτoµov oιovδήπoτε δικαίωµα όπως επιδoθή εις δραστηριότητα ή εκτελέση πράξεις σκoπoύσας εις τηv καταστρoφήv τωv δικαιωµάτωv ή ελευθεριώv, τωv αvαγvωρισθέvτωv εv τη παρoύση Συµβάσει, ή εις περιoρισµoύς τωv δικαιωµάτωv και ελευθεριώv τoύτωv µεγαλυτέρωv τωv πρoβλεπoµέvωv εv τη ρηθείση Συµβάσει». Το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι η συγκεκριμένη διάταξη έχει στόχο την απαγόρευση τέλεσης πράξεων που καταστρέφουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες της Σύμβασης.
Πέρα από το άρθρο 17, στο άρθρο 10 για την ελευθερία της έκφρασης η ΕΣΔΑ προβλέπει τη δυνατότητα περιορισμού του δικαιώματος αυτού, αναγνωρίζοντας ότι η ελευθερία της έκφρασης είναι μεν ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά όχι απόλυτο. Στο άρθρο 10 παρ. 2 διαβάζουμε ότι «Η άσκησις τωv ελευθεριώv τoύτωv, συvεπαγoµέvωv καθήκovτα και ευθύvας δύvαται vα υπαχθή εις ωρισµέvας διατυπώσεις, όρoυς, περιoρισµoύς ή κυρώσεις, πρoβλεπoµέvoυς υπό τoυ vόµoυ και απoτελoύvτας αvαγκαία µέτρα εv δηµoκρατική κoιvωvία δια τηv εθvικήv ασφάλειαv, τηv εδαφικήv ακεραιότηταv ή δηµoσίαv ασφάλειαv, τηv πρoάσπισιv της τάξεως και πρόληψιv τoυ εγκλήµατoς, τηv πρoστασίαv της υπoλήψεως ή τωv δικαιωµάτωv τωv τρίτωv, τηv παρεµπόδισιv της κoιvoλoγήσεως εµπιστευτικώv πληρonoριώv ή τηv διασφάλσισιv τoυ κύρoυς και αµερoληψίας της δικαστικής εξoυσίας».
Η γενική έκθεση του FRA για την ομοφοβία στην Ευρώπη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ομοφοβική ρητορική μίσους και τα ομοφοβικά εγκλήματα μίσους είναι φαινόμενα που μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρά εμπόδια στη δυνατότητα ατόμων να εξασκήσουν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη μετακίνηση, καθώς και άλλα δικαιώματα χωρίς να υφίστανται διακρίσεις. Η πρόταση που κάνει συνοψίζεται στην εξής φράση: «αυτά τα φαινόμενα χρειάζεται να καταπολεμηθούν σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, διασφαλίζοντας ελάχιστα κριτήρια αποτελεσματικής ποινικής νομοθεσίας».
Η έκθεση για την Ελλάδα αναφέρει ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες προστασίες από την ρητορική μίσους, λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, αλλά μόνο κάποιες αναφορές στον Αστικό Κώδικα, μόνο για περιπτώσεις που αναφέρονται συγκεκριμένα πρόσωπα. Ο Αστικός Κώδικας, όμως, δεν έχει προληπτική επίδραση, ούτε και ουσιαστική αποτελεσματικότητα. Επίσης, γίνεται αναφορά για την πλήρη έλλειψη στατιστικών στοιχείων σχετικά με περιστατικά ρητορικής και εγκλημάτων μίσους.
Ο Οργανισμός Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη έχει υιοθετήσει κείμενα που είναι δεσμευτικά σε πολιτικό επίπεδο και έχει δημιουργήσει το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ODIHR). Ένας από τους στόχους του ΟΑΣΕ είναι ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και η εκτέλεση προγραμμάτων για την ανοχή και την καταπολέμηση των διακρίσεων. Αν και ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα κοινωνικού φύλου δεν περιλαμβάνονται ρητά ως κριτήρια βάσει των οποίων προωθείται η ανεκτικότητα, το υπουργικό συμβούλιο του ΟΑΣΕ έχει επανειλημμένα δεσμευτεί σχετικά με τα εγκλήματα μίσους, που περιλαμβάνουν και τα κηρύγματα μίσους και το ηλεκτρονικό έγκλημα. Η προσέγγιση του ΟΑΣΕ έχει οδηγήσει σε κάλεσμα για υιοθέτηση και εφαρμογή κατάλληλης νομοθεσίας, εκπαίδευση των οργάνων της τάξης, συλλογή και καταγραφή δεδομένων για τα εγκλήματα μίσους, συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών και τα media, εκπαίδευση, πρόληψη και καταγραφή βέλτιστων πρακτικών.







